Εισήγηση του κ. Δημήτρη Χριστόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, για την εκδήλωση-συζήτηση της πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης για τους πρόσφυγες στις 9/10/2015.


Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Λυπούμαι που δεν βρίσκομαι μαζί σας στην εκδήλωση αυτή, λόγω μιας δυστυχώς ανελαστικής υποχρέωσης που με κράτησε στην Αθήνα. Λυπούμαι διότι πιστεύω ότι η κουβέντα με τον Κ. Παπαιωάννου θα είναι εξόχως ενδιαφέρουσα και επειδή, όπως μάλλον ξέρετε, ούτως ή άλλως πάντα θέλω να έρχομαι στη Λαμία για λόγους εντοπιότητας. 

Δεν πάει πολύς καιρός –ούτε χρόνος δηλαδή– που η κυρίαρχη ευρωπαϊκή αντίληψη είχε αγκυροβολήσει στη βεβαιότητα πως ο έλεγχος των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε. αποτελεί εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση, πάνω στην οποία εδραζόταν η κοινή ευρωπαϊκή διαχείριση της μετανάστευσης: τα ευρωπαϊκά έθνη νιώθουν να απειλούνται από τους «εισβολείς», οι ηγεσίες τους τροφοδοτούν τον φόβο για να γίνουν πιο δημοφιλείς, αλλά μαζί με τον φόβο μεγαλώνει και η ακροδεξιά. Τα σύνορα στρατιωτικοποιήθηκαν: οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πουλούσαν την προστασία των συνόρων στις κοινές γνώμες των κρατών μελών ως εθνικό καθήκον, ενώ η συσχέτιση της ασφάλειας με τη μετανάστευση γίνονταν ολοένα και πιο ενδιαφέρουσα για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες όπλων.

Έτσι, η ευρωπαϊκή πεπατημένη της «αποτροπής» έγινε άρδην συνώνυμο της πολιτικής αφροσύνης. Το απόλυτο αρνητικό άθροισμα. Η Ε.Ε. αναγνώριζε μεν τις τραγωδίες και τα αδιέξοδα στα οποία είχε περιέλθει, αλλά αρνούνταν πεισματικά να ανοίξει μια συζήτηση για μια άλλη προβληματική που σχετίζεται με τη δημιουργία ασφαλών διαδρόμων και τη δυνατότητα μιας συντεταγμένης και υπό κρατικό έλεγχο μετάβασης στις επικράτειές της, η οποία θα ελαχιστοποιούσε την παράνομη διακίνηση ανθρώπων και όλες τις παρανομίες. Αυτή η κριτική ασκήθηκε στην Ε.Ε. όχι από τίποτε αριστερίστικα γκρουπούσκουλα που πίνουν νερό στο όνομα των «ανοιχτών συνόρων», αλλά από όλους τους διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται σοβαρά με τη μετανάστευση, με πρώτον τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η Ε.Ε. λοιπόν μοιάζει, κάπως παραδόξως, με την Αμερική της ποτοαπαγόρευσης: τυφλωμένη από την υποκριτική ιδεοληψία του συντηρητισμού της απαγορεύει, κλείνοντας το μάτι στο λαθρεμπόριο και ωθώντας τους ανθρώπους στην παρανομία.

Και αίφνης, στο τέλος του καλοκαιριού του 2015, κάτι φαίνεται να κινείται: η γερμανική πρωτοβουλία για άρση του Δουβλίνου, συνοδευόμενη από την προοπτική μιας αναλογικής κατανομής των προσφύγων στην Ε.Ε. και μια πρωτοφανή για συντηρητική κυβέρνηση καμπάνια υποδοχής των προσφύγων δημιουργεί ρίγη αναστάτωσης στους γερμανικούς δορυφόρους της MittelEuropa: εκείνοι, αρνούνται ακόμη πεισματικά κάθε σκέψη για αναλογική κατανομή και επανεγκατάσταση των πληθυσμών αυτών. Μάλλον, επίσης, θα πρέπει να προκαλεί και σοβαρή αμηχανία στα ομογάλακτα των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών ευρωπαϊκά κόμματα που ακόμη και σήμερα συνεχίζουν απερίσκεπτα την ξενόφοβη ρητορεία.

Πολιτικά, είναι εξόχως ενδιαφέρον ότι φορέας μιας τέτοιας πρωτοβουλίας υπήρξε η γερμανική Δεξιά. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δεν πρέπει να εκπλήσσουν. Εξάλλου, η Γερμανία είναι ήδη η χώρα με το μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων στην Ευρώπη και, υπό την έννοια αυτή, κατά παράδοξο τρόπο, σύμμαχος του ευρωπαϊκού Νότου στην προσπάθεια για μια αναλογική κατανομή του πληθυσμού αυτού εντός της Ε.Ε.  Κάποιοι διερωτώνται: Είναι ανθρωπιστικά ή πραγματιστικά τα κίνητρα της απόφασης; Κατά την άποψή μου, και τα δύο, το ένα δεν εμποδίζει το άλλο. Η απόφαση, ενταγμένη στις μακρές ιστορικές διάρκειες του προηγούμενου αιώνα, συνιστά σίγουρα ένα ακόμη στιγμιότυπο στη μακρά διαδρομή της γερμανικής αυτοκάθαρσης από το Ολοκαύτωμα· η γερμανική ιστορία στοιχειώνει έως σήμερα τη χώρα. Ενταγμένη στη συγκυρία της ευρωπαϊκής κρίσης, είναι επίσης μια ευκαιρία καλλωπισμού των βλοσυρών ρυτίδων που χαράχθηκαν στο γερμανικό πρόσωπο εξαιτίας της πρόσφατης διαχείρισης του ελληνικού ζητήματος. Τέλος, είναι βέβαιο πως πρόκειται για μια πραγματιστική στάθμιση ενόψει του μεγέθους της ροής των ανθρώπων και των αναγκών αναζωογόνησης μιας κοινωνίας που γερνά. Υπό την τελευταία έννοια, η διάκριση μετανάστη και πρόσφυγα ξεθωριάζει και, αργά ή γρήγορα, εκτιμώ πως η ευρωπαϊκή συζήτηση, δειλά, θα αρχίσει να συμπεριλαμβάνει και τους μετανάστες που δεν μπορούν να επιστραφούν στις πατρίδες τους και δεν πληρούν τις τυπικές νομικές προϋποθέσεις του πρόσφυγα.  Η γερμανική πρωτοβουλία επιχειρεί να μας εισάγει, με την πιο επίσημη και βαριά κρατική βούλα της Ευρώπης, σε ένα άλλο υπόδειγμα διαχείρισης του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Για πρώτη φορά λοιπόν εμφανίζονται κάποιες κρίσιμες ρωγμές στις αφελείς, ανιστόρητες και απάνθρωπες βεβαιότητες της «Ευρώπης-φρούριο». 

Και επειδή η γεωγραφική θέση έχει φέρει  κάποιους να βρίσκονται στις άκρες για να φυλάνε το φρούριο, οι ρωγμές αυτές δίνουν μια ιστορικών διαστάσεων ευκαιρία προκειμένου χώρες όπως η Ελλάδα να μπορέσουν να αφήσουν πίσω τους τραγικές ματαιώσεις στη διαχείριση του μεταναστευτικού που συνεχίζουν να στοιχειώνουν την ελληνική διοίκηση. Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει με τον πιο επίσημο τρόπο να αναδείξουν την αυτοτελή σημασία στη διαχείριση του μεταναστευτικού-προσφυγικού προκειμένου μια πολλαπλώς ματαιωμένη και αδιάφορη διοίκηση να μπορέσει να παραγάγει κάποια αποτελέσματα. Και αυτό ξέρουμε πως δεν το κατάφερε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη δημιουργία του χαρτοφυλακίου μετανάστευσης και την ριζική αλλαγή της ατζέντας και του κλίματος στον ελληνικό δημόσιο διάλογο.

Από την άλλη, έχουμε τη ΝΔ που επιμένει ακόμη και σήμερα βαρετά και ελάχιστα πειστικά να λέει ότι οι ροές αυξήθηκαν επειδή τάχα ο ΣΥΡΙΖΑ  έκανε νεύμα εισόδου σε μετανάστες και πρόσφυγες. Σε όποιο διεθνές φόρουμ έχω βρεθεί και αναφέρω στους συνομιλητές μου την πεποίθηση αυτή, πως τάχα για τα αυξημένα μεταναστευτικά και προσφυγικά μεγέθη που κατακλύζουν την Ευρώπη ευθύνεται η «γενναιόδωρη» πολιτική της προηγούμενης ελληνικής κυβέρνησης, προκαλείται μειδίαμα. Η Ελλάδα έχει, ακόμη και συγκριτικά με την Ιταλία, αυξημένες ροές που εκτοξεύθηκαν μέσα στο 2015. Γιατί όμως; Διότι η Ελλάδα είναι ο κύριος προορισμός των προσφύγων από τη Συρία με τρόπο που καμία άλλη χώρα της ΕΕ στο παρελθόν δεν υπήρξε. Η Συρία διαλύεται ως κράτος και  εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της που βρίσκονταν στην Τουρκία αποφάσισαν πλέον ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναγυρίσουν, ενώ η Τουρκία από την πλευρά της ουσιαστικά ανακουφίζεται με την έξοδο αυτή. Οι ροές αυτές κατευθύνονται αποκλειστικά στο Αιγαίο –αυτή είναι η φυσική και εύκολη διέξοδος στην Ευρώπη– καθώς ο φράχτης του Έβρου απλώς άλλαξε την πορεία τους, χωρίς φυσικά να μπορέσει να τις περιορίσει. Αυτή την απλή αλήθεια θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει οι εμπνευστές του φράχτη, αλλά φυσικά άλλα είχαν στο μυαλό τους τότε…

Σήμερα παρουσιάζεται μια ιστορικών διαστάσεων ευκαιρία μιας στροφής. Το γεγονός ότι σε αυτή την προοπτική μπορεί να συνομολογηθεί μια συμμαχία με τμήματα των ευρωπαϊκών συντηρητικών ελίτ δίνει μια μοναδική ευκαιρία για μια αλλαγή ρότας στην ευρωπαϊκή πολιτική για τη μετανάστευση στην κατεύθυνση της εγγύησης της ασφάλειας και των δικαιωμάτων μαζί. «Λύση» ας μην υποσχεθεί κανείς διότι το μεταναστευτικό δεν προσφέρεται για λύσεις. Λύσεις έχουν τα προβλήματα, όχι τα φαινόμενα.

Αν μας έλεγαν πριν δύο μήνες ότι η Γερμανία της Μέρκελ θα μίσθωνε λεωφορεία για να μεταφέρει πρόσφυγες στο έδαφός της, θα μας φαίνονταν αδιανόητο. Όσο αντιστρόφως αυτονόητο ελπίζω να μας φαίνεται σε λίγο καιρό από σήμερα ότι η διάβαση του Αιγαίου δεν θα γίνεται με τα φουσκωτά καρυδότσουφλα των διακινητών αλλά με πλοία ναυλωμένα από την Ε.Ε.

Πριν μερικές μέρες βρέθηκα στα σύνορα της Ελλάδας με την πγδΜακεδονίας. Ένας καλοστεκούμενος Σύρος ρώτησε μπροστά μου έναν ντόπιο εθελοντή στη Γευγελή:- «Πόσος είναι ο μισθός σας εδώ;» -«200 ευρώ μηνιαίως». - «Τότε, ελάτε μαζί μας…».

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Η διαχείριση του προσφυγικού θα κρίνει αυστηρά την Ευρώπη. Για τα καθ’ ημάς, αυτό σημαίνει πως η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Ελλάδα πρέπει να κλείσουν τους λογαριασμούς τους όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά, βιώσιμα και γρήγορα διότι η χώρα μας έχει να τα βγάλει πέρα με μια κρίση μέσα στην άλλη.

Το ανοιχτό ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι πώς η Ευρωπαϊκή Ενωση θα αποφασίσει να διαχειριστεί αυτό το ζήτημα. Θα τολμήσει να αλλάξει ρότα; Τώρα που το μαχαίρι έχει φτάσει στο κόκαλο, είναι εμφανές ότι συζητάμε για δύο μόνο στρατηγικές: η μία είναι η πεπατημένη της αποτροπής και η άλλη είναι η αναζήτηση ενός συντεταγμένου ανοίγματος.

Το συντεταγμένο άνοιγμα ισοδυναμεί με την ανάληψη της κρατικής ευθύνης για τη δημιουργία ασφαλών διαδρόμων μετάβασης του προσφυγικού πληθυσμού προς ή εντός της Ε.Ε. και τη συνομολόγηση της υποχρέωσης για αναλογική κατανομή του πληθυσμού αυτού στα κράτη-μέλη μέσω των υποχρεωτικών ποσοστώσεων.

Ας σκεφτούμε λίγο πού θα οδηγήσει η καθολική εφαρμογή της πεπατημένης. Τα κράτη-μέλη αρχίζουν να χτίζουν τείχη και φράχτες, προκειμένου να αναχαιτίσουν τις ροές από τα εδάφη τους. Ετσι διαδοχικά κλείνουν η Ουγγαρία, η Κροατία, η Σερβία, κλείνει και η ΠΓΔ Μακεδονίας, και έρχεται η σειρά της Ελλάδας. Η εφιαλτική αυτή προοπτική έχει τρία τεράστια προβλήματα:

Το πρώτο είναι ότι η οικουμενική εμπειρία της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών δείχνει πως η αναχαίτισή τους με φράχτες είναι μακροπρόθεσμα αδύνατη, ενώ το βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμά τους είναι η αλλαγή της κατεύθυνσής τους. Πιο τρανό παράδειγμα από τον φράχτη του Εβρου που κατεύθυνε το προσφυγικό ρεύμα από τη Μικρά Ασία στο Αιγαίο δεν υπάρχει.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα αφορά τη δυσχερέστατη θέση στην οποία βρίσκεται ο τελευταίος που πρέπει να κλείσει την πόρτα, εν προκειμένω η Ελλάδα.

Αν η λογική της αποτροπής για την Ουγγαρία κοστίζει το μάταιο ποσό ενός φράχτη 135 χλμ. και πλαστικές σφαίρες στους αιτούντες άσυλο, η ίδια λογική για την Ελλάδα κοστίζει επιχειρήσεις βίαιων θαλάσσιων επαναπροωθήσεων και στρατιωτικοποιημένου διασυνοριακού ελέγχου με ιλιγγιώδες κόστος σε ανθρώπινες ζωές και σε χρήμα.

Τελευταίο, ουδόλως έσχατο όμως, έρχεται το επιχείρημα αρχών: Θέλουμε την Ευρώπη με τοίχους; Μήπως στιγμιαία να έμπαιναν οι εμπνευστές τους στον κόπο να θυμηθούνε πότε η Ευρώπη έχτιζε τοίχους και τι έκρυβε πίσω τους; Μήπως να σκεφτούμε αν θέλουμε να συγκριθούμε εκ νέου με καθεστώτα που χωρίζουν τους ανθρώπους με φράχτες; Μήπως τελικά αυτό θέλουμε να κρατήσουμε από την κληρονομιά και τις μνήμες του 20ού αιώνα της σκοτεινής ηπείρου;

Αν λοιπόν δεν θέλουμε τα προηγούμενα, there is no alternative για τον δρόμο του συντεταγμένου ανοίγματος στη διαχείριση του προσφυγικού. Αυτό εννοώ με το σχήμα λόγου του τίτλου: ένα «προσφυγικό» μνημόνιο.

Θα πει κανείς ότι κι ο δρόμος αυτός δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Χρειάζεται μια έντιμη συνεννόηση και καταμερισμός της ευθύνης. Απαιτείται η ανάληψη βαρών σε κράτη που ούτως ή άλλως ζορίζονται να τα φέρουν βόλτα με τους πολίτες τους ή απλώς είχαν συνηθίσει στο να στέλνουν τον κόσμο τους στην ξενιτιά, παρά να δέχονται πρόσφυγες.

Ο πατέρας της προέδρου της Βραζιλίας έφυγε πριν από μερικά χρόνια από το Γκάμπροβο της κεντρικής Βουλγαρίας και η κόρη του, Ντίλμα Ρούσεφ, βρέθηκε να κυβερνάει την ισχυρότερη χώρα της Νότιας Αμερικής. Σήμερα οι Βούλγαροι θέλουν φράχτη κι αυτοί, τρομάρα τους… Ετσι είναι οι Ευρωπαίοι. Αφού για τέσσερις αιώνες εποίκισαν την υφήλιο μεταναστεύοντας μαζικά και κυβερνώντας την, τώρα δυσκολεύονται να σκεφτούν ότι κάποιοι θα μετοικήσουν στην Ευρώπη. Αλλά, έτσι τα φέρνει η Ιστορία. Εχει ο καιρός γυρίσματα.

Ο αγώνας για ένα συντεταγμένο άνοιγμα στη διαχείριση του προσφυγικού στην Ευρώπη έχει ένα ισχυρό κράτος που για μια σειρά από λόγους –ιστορικούς, ιδεολογικούς, δημογραφικούς- φαίνεται διατεθειμένο, παρά τις παλλινωδίες και τις αντιφάσεις της -  να σύρει τον χορό: τη Γερμανία.

Αυτό είναι μια έξοχη συγκυρία για την Ελλάδα, η οποία, ύστερα από τη βαθιά τραυματική εμπειρία με τη συντηρητική καγκελαρία, έχει την ευκαιρία να προσδοκά μια συνεργασία σε κοινούς τόπους που εντοπίζονται εξαιτίας της σύμπτωσης συμφερόντων των δύο χωρών στο προκείμενο: ούτε η Γερμανία είναι δυνατό να πάρει όλους τους πρόσφυγες στην Ευρώπη ούτε η Ελλάδα να κρατήσει τους διερχόμενους αιτούντες άσυλο στην επικράτειά της. Το βάρος θα μοιραστεί. Εμπόδιο σε αυτή την προοπτική είναι οι γερμανικοί δορυφόροι της Κεντρικής Ευρώπης, χώρες με ζοφερές μνήμες από φράχτες, σκληρό εθνοφυλετισμό που έχει μπολιάσει την κοινή γνώμη και ενίοτε άκριτα ρεβανσιστική διάθεση απέναντι στη Νότια Ευρώπη.

Αν ο όρος «μνημόνιο» στις χώρες που μπήκαν σε προγράμματα δημοσιονομικής αναπροσαρμογής έγινε συνώνυμο της έξωθεν επιβεβλημένης πειθαρχίας και κηδεμόνευσης στο όνομα της αντίληψης ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος στην οικονομία, η επιβολή μιας πολιτικής συντεταγμένου ανοίγματος στη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού για τα χρόνια που έρχονται σε όλα τα κράτη-μέλη είναι ένα σώφρον ευρωπαϊκό fair deal για όλους: ένα «προσφυγικό μνημόνιο» για την Κεντρική Ευρώπη επειγόντως λοιπόν.